Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2007

...και ύστερα ήρθε η Άνοιξη!

Κάθε μέρα που ξυπνούσε, ήταν το ίδιο.
Πλύσιμο, ντύσιμο, βιαστικό πρωινό στο πόδι, και άγχος να φύγει γρήγορα για το γραφείο.
Πάντα φυσικά, το γνωστο μήνυμα "Καλημέρα μωρό μου" από τον Κ.
Πάντα το ίδιο, ή σχεδόν το ίδιο, με λίγες ανούσιες εναλλαγές, με μια βαρετή και βαρεμένη αγάπη, τον τελευταίο ενάμιση χρόνο.

Στο δρόμο για την δουλειά, κολλημένη στην κίνηση, με το τσιγάρο στο αριστερό χέρι, το αναμενόμενο τηλεφώνημα. "Τι γίνεται; Καλημέρα! Όλα καλά; Ναι πάω γραφείο, θα τα πούμε από κει. Το βράδυ; Ναί, ότι θέλεις. Όχι, δεν θα βγώ με τις φίλες μου, μην ανησυχείς. Κάνουμε ό,τι θέλεις σου είπα"

Έκλεινε το τηλέφωνο με μια ανησυχία, έναν εκνευρισμό που δεν μπορούσε να καταλάβει από που πηγάζει. Αφου τον αγαπούσε, γιατί της δημιουργούσε την αίσθηση ότι είχε γίνει ένα άβουλο κοριτσάκι;
Φτάνοντας στην δουλειά, το κέφι της είχε ήδη χαλάσει. Και ήταν μόνο 10 η ώρα..Μα αφού ήταν ερωτευμένη.. Οι ερωτευμένες δεν πετάνε σε κάτι σύννεφα;
Και δεν τις απασχολούν τα άλλα, τα μηδαμινά, τα καθημερινά;
Έτσι δεν μάθαμε τόσα χρόνια;

Η μέρα περνούσε με τηλεφωνήματα, μηνύματα, βαρετά "Σ'αγαπώ", χιλιοειπωμένα, λες και έπρεπε να ειπωθούν. Χωρίς εκείνο το πετάρισμα στο στομάχι, χωρίς κανένα ενδιαφέρον.

Το μεσημέρι γυρνούσε σπίτι της, έτρωγε και έπεφτε για ύπνο.Όταν ξυπνούσε ήταν η σειρά της να τηλεφωνήσει, να δηλώσει την ύπαρξή της στον άλλον.
Είμαι εδώ, παρόλο που δεν ήξερε γιατί.

Tο βράδυ, όπως εκείνος ήθελε, μένανε μέσα. Ή έβγαιναν με τους φίλους του. Ή τους δικούς του. Πάντα όπως εκείνος ήθελε. Μια δυο φορές προσπάθησε να κάνει κάτι δικό της, μα πάντα αυτός έβαζε ένα τοίχο. Σιγά σιγα, το συνήθισε. Σταμάτησε να ζητάει αυτά που ήθελε, σταμάτησε να αντιδρά. Έπεισε τον εαυτό της οτι δεν ακολουθούσε την γραμμή του άλλου, αλλά οτι πια αυτή η ζωή ήταν και δική της επιλογή.

Τις λιγοστές φορές που βγήκε χωρίς αυτόν, πέρασε υπέροχα.
Έλεγε στον εαυτό της "Μα τι κάθεσαι;", αλλά πολύ γρήγορα η ανασφάλεια έβγαζε το άσχημο κεφαλάκι της από την άμμο. "Άσε.. να μείνω μόνη μου.. Φοβάμαι.. Να μην έχω κάποιον να αγαπώ; Να μην έχω κάποιον να με αγαπάει;" Κι ας βαριόταν τα "Σ'αγαπώ", κι ας την εκνεύριζαν τα τηλεφωνήματά του.

Κάποια στιγμή η συμπεριφορά του άρχισε να γίνεται ακόμα πιο πιεστική.
Δεν το άντεξε.

Ξύπνησε ένα πρωί, και έκανε όλα τα συνήθη.
Πλύθηκε, ντύθηκε, δν διάβασε το κινητό της.
Μπήκε στο αυτοκίνητο, άναψε το τσιγάρο της, δεν πήρε τηλέφωνο.Έφτασε στο γραφείο, κ έστειλε βιαστικα "το βράδυ θέλω να μιλήσουμε"

Ήταν πιο εύκολο από ότι φανταζόταν.
Την επόμενη μέρα ήταν μόνη της.
Χωρίς ένα δάρκυ, χωρίς ένα τσίμπημα στεναχώριας.
Ήταν νέα, δεν είχε ανάγκη. Παρόλο που της έλειπε να έχει μήνυμα στο κινητό της, τηλέφωνα στο γραφείο.

Δεν της έλειπαν τα δικά Του.

Μάζεψε τα πράγματά του σε ένα κουτί, το Κουτί των Αναμνήσεων.
Το έκανε πάντα αυτό. Είχε τον τρόπο της να αντιμετωπίζει χωρισμούς και στεναχώριες.

Ήταν πολύ συναισθηματικός άνθρωπος. Η πρώτη της σχέση ήταν κάτι που θυμόταν με πικρία. Τον λάτρεψε, την λάτρεψε, αλλά δεν τα κατάφεραν. Έπεσε σε βαθειά κατάθλιψη, δεν ήθελε να κάνει τίποτα και να δεί κανένα. Της πήρε πολύ καιρό να το ξεπεράσει, και υποσχέθηκε στον εαυτό της να μην ξαναφήσει την ζωή της τόσο εκτεθειμένη.
Τότε ήταν που βρήκε και την Μέθοδο των κουτιών.

Ακολουθούσε πάντα την ίδια τακτική:
Στην αρχή, έδινε στον εαυτό της 2 εβδομάδες απόλυτης στεναχώριας. Εκεί, μπορούσε να κάνει ότι θέλει. Να κλαίει, να μην βγαίνει, να μην τρώει, να γεμίζει σελίδες ολόκληρες με ποίηματα, τραγούδια, λόγια που δεν θα διάβαζε ποτέ κανείς. Να βλέπει τις φωτογραφίες τους, να διαβάζει τα μηνύματά του, τις κάρτες του, να φοράει τα δώρα του και να κυκλοφορεί στο σπίτι σαν τρελή. Όλα επιτρέπονται στον πόνο της Απεξάρτησης από τον Άλλον.

Στο τέλος των 2 εβδομάδων, όλα μαζέυονταν σε ένα κουτί. Όλα ανεξαιρέτως. Τα κουτιά τα φυλούσε στο πατάρι.Έγραφε το όνομα του απ' έξω, και το έβαζε μαζί με τα άλλα. Όχι ότι ήταν πολλά, δυό-τρία. Και αυτό ήταν η δική της "κηδεία" της Σχέσης που τελείωνε.
Πάντα πίστευε οτι το παρελθόν πρέπει να μένει εκεί, γιατι δεν μπορείς να κάνεις κάτι να το αλλάξεις. Και άν πάρεις μια απόφαση, καλύτερα να την κρατήσεις.Ύστερα ξεκινούσε να βγαίνει. Να μην σκέφτεται. Να μην μένει μόνη, να μην κάθεται ένα λεπτό.

Και ξαφνικά, ξυπνούσε ένα πρωί και το είχε ξεπεράσει. Έτσι απλά.

Έτσι και τώρα.
Μετά απο λίγο καιρό, ξύπνησε ένα πρωί και ήταν Ευτυχισμένη.
Χαμογελούσε.
Στον καθρέφτη, την ώρα που έπλενε τα δόντια της, στο φανάρι, στους διπλανούς που άκουγαν την τρελή μουσική της από τα ανοιχτά παράθυρα, στο γραφείο, στους γύρω που κατσούφιαζε έναμιση χρόνο, στους δικούς της, στους φίλους της, που την είχαν χάσει.

Πρίν λίγες μέρες, ένιωσε και αυτό το σκίρτημα στο στομάχι, αυτές τις πεταλούδες που φτερουγίζουν σαν τρελές, ανυπόμονες και ανήσυχες.

Χτές μπήκε και η Άνοιξη.

Σήμερα, είναι η ίδια, αλλά μια άλλη. Μια νέα, αλλά μεγάλη. Μια καλή, αλλά πιο έτοιμη.

3 σχόλια:

ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ είπε...

Eύγε! Άριστα έπραξε! Κανείς δεν μπορεί να μας αγαπάει & ταυτόχρονα να μας επιβάλλεται τόσο! Κι αν μπορεί, ...τότε δεν μπορούμε εμείς!
Καλό μας μήνα!
Φιλιά

Marialena είπε...

Το εύχομαι τόσο στην ηρωϊδα, όσο και στην συγγραφέα η ζωή τους να φαντάζει ολοένα και καλύτερη... Εμένα μου παίρνει σαφώς περισσότερο να βγω από τη ζώνη του λυκόφωτος... κάθε φορά που (...)!

Να σαι καλά για το όμορφο διήγημα! Μ.

Ζυγίνα είπε...

Σήμερα είναι μια υπέροχη μέρα!
...Κάθε μέρα που ξυπνάμε γνωρίζοντας ότι δεν είμαστε έρμαια κανενός, είναι υπέροχη!